μπαϊλντίζω

και μπαϊλντώ
1. εξαντλούμαι, καταβάλλομαι από σωματικό κάματο ή από έντονο πνευματικό ή ψυχικό πόνο, αποκάμνω από μεγάλη κούραση ή στενοχώρια («είμαι μπαϊλντισμένη από την πολλή δουλειά»)
2. χάνω τις αισθήσεις μου, λιγοθυμώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bayildim αόρ. τού bayilmak «λιποθυμώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μπαϊλντίζω — μπαϊλντίζω, μπαλαΐντισα, μπαϊλντισμένος βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μπαϊλντίζω — (λ. τουρκ.), μπαΐλντισα, μπαϊλντισμένος 1. λιποθυμώ, ζαλίζομαι, χάνω τις αισθήσεις μου: Μόλις έμαθε ότι χρωστάει στην εφορία μπαΐλντισε. 2. εξαντλούμαι από μεγάλο κόπο, λύπη κτλ.: Μπαΐλντισα από την πολλή δουλειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαΐλντισμα — το [μπαϊλντίζω] 1. εξάντληση, αποκάμωμα 2. ζάλη, λιγοθυμιά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.